Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο
ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Αναλυτική Ψυχολογία

Με τον όρο Αναλυτική ψυχολογία (ή Γιουνγκιανή ψυχολογία) προσδιορίζεται εκείνη η σχολή ψυχολογίας που προέκυψε από τις ιδέες του Ελβετού ψυχίατρου Καρλ Γιουνγκ τους μαθητές και άλλους διανοητές που ακολούθησαν την παράδοσή τoυ. Σκοπός της αναλυτικής ψυχολογίας είναι η κατανόηση και η ενσωμάτωση των ασυνείδητων δυνάμεων και των κινήτρων που θεμελιώνουν την ανθρώπινη συμπεριφορά μέσω της πρακτικής μιας συσσωρευτικής φαινομενολογίας για τη σημασία των ονείρων, της λαϊκής παράδοσης και της μυθολογίας. Τόσο η ψυχολογία του βάθους όσο και η αρχετυπική ψυχολογία συνδέονται με την αναλυτική ψυχολογία ως προς το γεγονός ότι χρησιμοποιούν το ίδιο μοντέλο του ασυνείδητου νου ως πηγή θεραπείας και εξατομίκευσης.

Τις βασικές ιδέες που διαμόρφωσαν την αναλυτική ψυχολογία επεξεργάστηκε ο Κ. Γιουνγκ στην Ψυχιατρική κλινική του Μπουργκχόλζλι. Τον Ιούλιο του 1900, συμπληρώνοντας τις ιατρικές του σπουδές στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας, αποφάσισε να γίνει ψυχίατρος και στις 10 Δεκεμβρίου του 1900 ξεκίνησε ως βοηθός γιατρού με την καθοδήγηση του Δρ. Όιγκεν Μπλέλερ (1857-1939), καθηγητή της ψυχιατρικής στο πανεπιστήμιο της Ζυρίχης και διευθυντή του Νοσοκομείου ψυχικών Νοσημάτων του Μπουργκχόλζλι. Στα ογδόντα του ο Γιουνγκ ανέφερε αυτή τη στιγμή ως «είσοδο στο μοναστήρι του κόσμου». Αναφέρει πως κλειδώθηκε από μόνος του για μισό χρόνο «στους μοναστικούς τοίχους» για να αρχίσει να συνηθίζει τη ζωή και την ατμόσφαιρα ενός ασύλου παρανοϊκών. Μετά την καθημερινή του εργασία μελετούσε, έως ότου διάβασε και τους πενήντα τόμους του Allgemeine Zeitschrift fur Psychiatrie, επειδή ήθελε να κατανοήσει «πώς αντιδρούσε ο ανθρώπινος νους στη θέα της καταστροφής του».

Αρχικά

Φαίνεται πως εκείνο που τον ενδιέφερε ιδιαίτερα ήταν η έρευνα για το νόημα της ψυχωτικής συμπεριφοράς και λόγου. Ήταν αποφασισμένος να εξερευνήσει τα λεκτικά σχήματα που χρησιμοποιούσαν οι ψυχωτικοί, τις ψευδαισθήσεις και τις στερεότυπες χειρονομίες και να προσπαθήσει να διαφωτίσει την ιστορία της ζωής του ασθενούς πάνω στη βάση του νοήματος που ανακάλυπτε. Τα αποτελέσματα των ερευνών του παρουσίασε σε δύο μονογραφίες, «Η Ψυχολογία της Σχιζοφρένειας» το 1906 και «Το Περιεχόμενο της Ψύχωσης» το 1908

«Μέσα από την εργασία μου με τους ασθενείς αντιλήφθηκα ότι οι παρανοϊκές ιδέες και παραισθήσεις περιέχουν έναν πυρήνα νοήματος. Πίσω από την ψύχωση βρίσκεται μια προσωπικότητα, μια ιστορία ζωής, ένας δρόμος ελπίδων και επιθυμιών… Τότε για πρώτη φορά αναδύθηκε μέσα μου η ιδέα ότι μέσα στην ψύχωση βρίσκεται κρυμμένη μια γενική ψυχολογία της προσωπικότητας και ότι ακόμη και εδώ συναντάμε τους παλιούς ανθρώπινους αγώνες. Αν και οι ασθενείς εμφανίζονται μονότονοι και απαθείς ή εντελώς ανόητοι, μέσα στο νου τους διαδραματίζονται πολλά που διαθέτουν περισσότερο νόημα από όσο φαίνονται. Κατά βάθος στο διανοητικά ασθενή δεν ανακαλύπτουμε τίποτα νέο και άγνωστο,μάλλον συναντάμε το υπέδαφος της δικής μας φύσης. Πάντα μου προκαλούσε έκπληξη το γεγονός ότι η ψυχιατρική χρειάστηκε τόσο πολύ χρόνο για να στρέψει την προσοχή της στο περιεχόμενο της ψύχωσης»

Στην περίοδο 1905-1909 κατέλαβε τη θέση του προσωπάρχη γιατρού, όπως και την έδρα διαλέξεων στο πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, με θέμα την ψυχολογία και την νεύρωση. Στην περίοδο 1904-1905 οργάνωσε στην Ψυχιατρική Κλινική ένα εργαστήριο πειραματικής ψυχοπαθολογίας. Επιθυμούσε να διερευνήσει σε βάθος τις ψυχολογικές όψεις της νεύρωσης με τη βοήθεια του λεκτικού συνειρμού, στον οποίο το υποκείμενο έπρεπε να αντιδράσει όσο το δυνατόν ταχύτερα σε μια σειρά λέξεων που έπαιζαν το ρόλο του διεγέρτη. Στην αξιολόγηση των αποτελεσμάτων ως βασικό υλικό χρησιμοποιείτο ο απαιτούμενος για την αντίδραση χρόνος και το περιεχόμενο της ανταπόκρισης. Οι μελέτες του Γιουνγκ οδήγησαν στην ανακάλυψη συμπλεγμάτων που εντείνονται μέσω των συγκινήσεων, δηλαδή αυτόνομων περιεχόμενων του ασυνείδητου που εκδηλώνονται στο πείραμα με τη μορφή παρέμβασης. Επειδή αργότερα η μέθοδος λεκτικού συνειρμού χρησιμοποιήθηκε ακόμη και για το νομικό καθορισμό γεγονότων, το πανεπιστήμιο Κλαρκ στο Γουόρτσεστερ της Μασαχουσέτης απένειμε στο Γιουνγκ το 1909 τιμητικό Ντοκτορά Νομικής.

Τα χρόνια στο Νοσοκομείο Ψυχικών Νοσημάτων του Μπουργκχόλζλι ήταν αποφασιστικά για τη μεταγενέστερη εξέλιξη της Αναλυτικής ψυχολογίας του Γιουνγκ.

Αναλυτική Ψυχολογία

Τι είναι η Αναλυτική Ψυχολογία;

Η αναλυτική ψυχολογία προσεγγίζει την ψυχοθεραπεία και την ανάλυση βάθους στην παράδοση που καθιέρωσε ο Ελβετός ψυχίατρος, C. G. Jung. Όπως αρχικά ορίστηκε από τον Jung, διακρίνεται από την εστίαση στο ρόλο των συμβολικών και πνευματικών εμπειριών στην ανθρώπινη ζωή και στηρίζεται στη θεωρία του Jung για τα αρχέτυπα και την ύπαρξη ενός βαθιού ψυχικού χώρου ή συλλογικού ασυνείδητου. Ακολουθώντας το αρχικό έργο του Jung, η συνεχής έρευνα σε αυτή την παράδοση ενσωμάτωσε ευρήματα από άλλους κλάδους και σχολές ψυχολογίας βάθους, καθιστώντας την αναλυτική ψυχολογία ένα ζωντανό και αναπτυσσόμενο πεδίο έρευνας και θεραπευτικής καινοτομίας.

Ο στόχος της Jungian ανάλυσης είναι αυτό που ο Jung ονόμασε ως “Εξατομίκευση“. Η Εξατομίκευση δεν πρέπει να συγχέεται με την απλή ατομικότητα ή την εκκεντρικότητα. Αντίθετα, η Εξατομίκευση αναφέρεται στην επίτευξη μεγαλύτερης επίγνωσης των παραγόντων που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο σχετίζεται με το σύνολο των ψυχολογικών, διαπροσωπικών και πολιτιστικών εμπειριών του. Ο Jung εντόπισε δύο βαθιά επίπεδα ψυχολογικής λειτουργίας που τείνουν να διαμορφώνουν, να χρωματώνουν και μερικές φορές να θέτουν σε κίνδυνο την εμπειρία ζωής ενός ατόμου. Μαζί με τον Φρόιντ, ο Jung αναγνώρισε τη σημασία των εμπειριών πρώιμης ζωής, τις οποίες ανέφερε ως προσωπικά συμπλέγματα που προκύπτουν από διαταραχές στη ζωή του ατόμου, οι οποίες βρίσκονται όλες στο προσωπικό ασυνείδητο.

Ο Jung ανέπτυξε επίσης μια θεωρία της προσωπικότητας, χτισμένη γύρω από μια τυπολογία που έχει παραμείνει μια από τις πιο σημαντικές πτυχές του έργου του.

Η ιδιαίτερη διορατικότητα του Jung, ωστόσο, ήταν η αναγνώησή του ότι επηρεαζόμαστε αλλά και επηρέαζουμε, επίσης παράγοντες που βρίσκονται εκτός της προσωπικής μας εμπειρίας και οι οποίοι έχουν μια πιο καθολική ποιότητα. Αυτοί οι παράγοντες, τους οποίους ονόμασε “Αρχέτυπα“, σχηματίζουν το συλλογικό ασυνείδητο και δίνουν μορφή σε πολιτιστικές αφηγήσεις, μύθους και θρησκευτικά φαινόμενα. Ενώ τα αρχέτυπα παίρνουν πολλές μορφές, μεταξύ των πιο εμφανών είναι η anima και ο animus, τα οποία καθορίζουν ισορροπίες ή αντισταθμιστικές διαστάσεις του φύλου ή της σεξουαλικής ταυτότητας του ατόμου, την προσωπικότητα, η οποία διαμορφώνει την παρουσίαση ενός ατόμου σε άλλους και τη σκιά, η οποία καθορίζει εκείνες τις πτυχές της ζωής ενός ατόμου που θεωρούν απαράδεκτες για τη συνειδητή αίσθηση του εαυτού του. Μια γενική αρχετυπική δομή, την οποία ο Jung ανέφερε ως Εαυτό (https://iaap.org/wp-content/uploads/2021/03/The-Self.pdf), καθιερώνει την τάξη στη δομή της ψυχής και δίνει μορφή στη συνολική αίσθηση των εμπειριών του ατόμου.

Η αναλυτική διαδικασία έχει ως στόχο να φέρει αυτούς τους παράγοντες, τόσο προσωπικούς όσο και συλλογικούς, στη συνείδηση, επιτρέποντας στο άτομο να δει πιο καθαρά ποιες δυνάμεις παίζουν στη ζωή του.

Εκτός από την ενεργή φαντασία και άλλες συμβολικές διαδικασίες, η αναλυτική ψυχολογία συνεχίζει την παράδοση της ερμηνείας των ονείρων, ως μέρος της αναλυτικής διαδικασίας. Σε αντίθεση με την κλασική ψυχανάλυση, ωστόσο, ο Jung έβλεπε το όνειρο ως επικεντρωμένο στις τρέχουσες συνθήκες του ατόμου και στην πορεία της ανάπτυξης στο μέλλον. Σιωπηρή στην κατανόηση Jung είναι η αίσθηση ενός telos, ή στόχου προς τον οποίο μπορεί κανείς να κατευθυνθεί στη ζωή του.

Ο ρόλος του αναλυτή είναι να βοηθήσει στη διευκόλυνση της διαδικασίας διαχωρισμού και να συνοδεύσει την ανάλυση και στο προσωπικό του ταξίδι.

Χρησιμοποιώντας πολλές από τις έννοιες της ψυχανάλυσης, όπως η μεταβίβαση και η αντεπανάσταση, αλλά προσθέτοντας χαρακτηριστικά Jungian έννοιες όπως η ενεργός φαντασία, ο αναλυτής και η ανάλυση συνεργάζονται για να διερευνήσουν και να διευρύνουν την εμπειρία και την κατανόηση της ζωής τους και της σχέσης της με τις βαθιές δομές της ψυχής.

 

“Ο κόσμος είναι κενός για όποιον δεν γνωρίζει πως να ζωντανεύει και να εξωραΐζει αντικείμενα κατευθύνοντας την ενέργεια του ανάλογα”,

C.G. Jung, Symbols of Transformation par. 284

Βασικός γνώμονας της γιουνγκιανής προσέγγισης (jungian) είναι ότι τα εκάστοτε συμπτώματα αποτελούν συμβολικές εκφράσεις του ανθρώπινου ψυχισμού. Εδώ η έμφαση δεν δίνεται στην παθολογία ή σε κάποιο προκαθορισμένο θεραπευτικό πρωτόκολλο, αλλά στην αναζήτηση ερμηνευτικού πλαισίου ικανού να επανανοηματοδότει την εσωτερική ζωή του ατόμου.  Στόχος είναι η ευρύτητα του ατομικού ορίζοντα και η επίτευξη μίας άμεσης και οργανικής σχέσης με το ασυνείδητο, ως πηγής ζωτικότητας, εκτεινομένου πέρα από το περιορισμένο πλαίσιο ενός διαμορφωμένου εγώ.  Το προσωπικό αυτό ταξίδι αναζήτησης και αυτοεκπλήρωσης είναι ξεχωριστό για τον καθένα. 

Τόσο ο Γιουνγκ όσο και ο Νίτσε λένε χαρακτηριστικά ότι: “…τα μεγάλα προβλήματα δεν λύνονται, απλά ξεπερνιούνται.”

Το έργο ζωής του Jung παρείχε τη βάση για αυτές τις έννοιες και το έργο του εξακολουθεί να εμπλουτίζει τη διαδικασία της αναλυτικής εργασίας.

Ως νεαρός ψυχίατρος, ο Jung συνεργάστηκε στενά με ασθενείς που πάσχουν από μείζονες ψυχιατρικές διαταραχές. Αλλά ο Jung συνειδητοποίησε ότι κάτω από την επιφάνεια αυτοί οι ασθενείς προσπαθούσαν να κατασκευάσουν την τάξη από βαθιές ψυχολογικές εμπειρίες. Αυτή η διορατικότητα ήταν ένα σημαντικό σημείο σύγκρουσης μεταξύ Jung και Freud και συνέβαλε στην τελική διακοπή μεταξύ των δύο το 1913. Η απάντηση του Jung στο διάλειμμα ήταν να αναλάβει τη δική του έρευνα για τη βαθιά ψυχή, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση μιας νέας προσέγγισης στην αναλυτική διαδικασία, την οποία ανέφερε ως ενεργή φαντασία.

Η Ενεργός Φαντασία είναι ουσιαστικά μια μορφή διαλογιστικής πρακτικής που επιτρέπει την εμφάνιση συμβολισμού που ενώνει το συνειδητό και το ασυνείδητο. Αυτή η διαδικασία, την οποία ο Jung ανέφερε ως υπερβατική λειτουργία, είναι κεντρική στην ενσωμάτωση της ψυχής του ατόμου.

Εκτός από την ενεργό φαντασία, η αναλυτική ψυχολογία συνεχίζει να δίνει έμφαση στα όνειρα ως βασικά στοιχεία στη δυναμική της ψυχής. Η προσέγγιση του Jung στα όνειρα, ωστόσο, είναι σαφώς διαφορετική από την κλασική κατανόηση των ονείρων του Φρόιντ. Για τον Jung, η έκδηλη μορφή του ονείρου δεν είναι μια μεταμφίεση για καταπιεσμένες επιθυμίες, αλλά μάλλον ένα σχόλιο από το ασυνείδητο την παρούσα στιγμή. Ο Jung συγκρίνει την αφάνεια των ονείρων με ένα κείμενο γραμμένο σε μια ξένη γλώσσα, αλλά μια γλώσσα που μπορεί να μεταφραστεί και να γίνει κατανοητή. Για τον Jung, η μετάφραση ονείρων ή άλλων ψυχικών φαινομένων μπορεί να συγκριθεί με το έργο του φιλολόγου στη γλωσσολογία για τον οποίο η σύγκριση με άλλες γλώσσες και η ιστορική αναπαράσταση μιας άγνωστης γλώσσας αποκαλύπτει σταδιακά το πλήρες νόημά της. Ο Jung αναφέρθηκε σε αυτή την προσέγγιση αυτής της ερμηνευτικής και μεταφραστικής διαδικασίας ως συνθετική μέθοδο, σε αντίθεση με την αναλυτική μέθοδο του Freud, που περιλάμβανε τη σταδιακή ενίσχυση των συμβολικών στοιχείων μέσω ιστορικών και άλλων συγκριτικών συσχετισμών με το υλικό.

Ο Jung διατύπωσε την προσέγγισή του στην ψυχή μέσα από εμπειρίες στη ζωή του, τις οποίες αργότερα θα αποκαλούσε ως τη συνάντησή του με το ασυνείδητο, που οδήγησε σε μια βαθιά έρευνα της δικής του ψυχής με αποτέλεσμα τη σύνθεση του Κόκκινου Βιβλίου, μια αφήγηση των εικόνων που σχηματίστηκαν κατά τη διάρκεια της δικής του διαδικασίας ενεργού φαντασίας.

Η θεωρία του Jung για το συλλογικό ασυνείδητο ως επίπεδο της ψυχής που μοιράζεται παγκοσμίως και τα αρχέτυπα, που δημιουργούν κοινά θέματα στις μυθολογίες και τις θρησκευτικές πρακτικές σε όλη την ιστορία της ανθρωπότητας, ώθησαν τον Jung να διερευνήσει ιστορικά μοτίβα που αντιστοιχούσαν στο αναπτυσσόμενο μοντέλο της ψυχής του.

Στα τέλη της ζωής του, ο Jung ασχολήθηκε με τον κβαντικό φυσικό, Wolfgang Pauli, στη διερεύνηση φαινομένων που συνδέονταν εν μέρει με το έργο των ψυχολογικών πτυχών της αλχημείας στις οποίες οι ψυχολογικές και υλικές καταστάσεις συνδέονται μεταξύ τους. Αυτά τα φαινόμενα τα ανέφερε ως:

Συγχρονικότητα. Τα υποκείμενα συγχρονιστικά φαινόμενα, εικάζουν ο Jung και ο Pauli, ήταν μια βαθιά ενότητα μέσα στη φύση που ανέφεραν
ως ψυχωμένη διάσταση της πραγματικότητας. Ο Jung συνέδεσε τις εμπειρίες που σχετίζονται με τη συγχρονικότητα και την ψυχιάτωση με την ανθρωπολογική έννοια της μυσταγωγίας συμμετοχής, την αίσθηση μιας θεμελιώδους ενότητας μέσα στη φύση.

Οι φροϋδικές επιδράσεις στην αναλυτική ψυχολογία

 

Ο Μπλέλερ κατά τη διάρκεια της παραμονής του Γιουνγκ στην Ψυχιατρική Κλινική εντυπωσιάστηκε από τον Φρόιντ και του ζήτησε να υποβάλει μια έκθεση σχετικά με το Ερμηνεία των Ονείρων του Φρόιντ στο Μπουργκχόλζλι. Τούτο το γεγονός είχε ως άμεση συνέπεια την έκθεση του Γιουνγκ στις φροϋδικές απόψεις το 1906 και τη συμμετοχή του Μπλέλερ στην νεοπαγή ψυχαναλυτική εταιρεία. Ο Μπλέλερ παρευρέθηκε στο διεθνές συνέδριο του 1908 και καθιέρωσε, μαζί με τον Φρόιντ, το Jarbuch für psychoanalytische und psychopathologische Forschung [Επετηρίδα για την ψυχαναλυτική και ψυχοπαθολογική έρευνα], με τον Γιουνγκ ως εκδότη. Ο Μπλέλερ έγραψε επίσης έναν μικρό τόμο για την υπεράσπιση της ψυχανάλυσης του Φρόυντ, η οποία εμφανίστηκε το 1911, όταν εκείνος είχε ήδη αποχωρήσει από το ψυχαναλυτικό κίνημα, διαφωνώντας με τον Φρόιντ για την εξαιρετική έμφαση που απέδιδε στη βρεφική σεξουαλικότητα.

Η αποφασιστικότερη πιθανώς εμπειρία στη ζωή του Γιουνγκ και εντελώς καθοριστκή για τη διαμόρφωση της αναλυτικής ψυχολογίας, υπήρξε η επαφή του με τον Σίγκμουντ Φρόιντ και κυρίως η επαφή του με την ψυχολογία της υστερίας και τα όνειρα. Ο Γιουνγκ θεωρούσε τον Φρόιντ σπουδαίο άνθρωπο, αλλά πάνω απ’ όλα κάποιον που «πάλευε με τον δαίμονά του». Αυτό που τον εντυπωσίασε και επέδρασε σημαντικά στις προσωπικές του αναζητήσεις περισσότερο φαίνεται πως ήταν το έργο του Φρόιντ πάνω στην Ερμηνεία των Ονείρων, το οποίο θεωρούσε ως την πληρέστερη προσπάθεια που έγινε για να κατακτηθεί το αίνιγμα της ασυνείδητης ψυχής πάνω στο φαινομενικά στέρεο έδαφος του εμπειρισμού. Η καρποφόρα φιλία τους δεν κράτησε πολύ. Η δημοσίευση του έργου του Γιουνγκ Μεταμορφώσεις και Σύμβολα της Λίμπιντοοδήγησε στην οριστική ρήξη της σχέσης τους (1913), μια ρήξη η οποία είχε ξεκινήσει από τις προσωπικές τους διαφωνίες πάνω σε θέματα σεξουαλικότητας και ερμηνείας των ονείρων αλλά και πάνω σε διαφορές τους ως προς το θέμα της θρησκείας.

Ο Γιουνγκ πίστευε πως αν δεν έχει κανείς με τι να αντικαταστήσει το θρησκευτικό ένστικτο θα πρέπει να το αφήνει άθικτο, καθώς αποτελεί θεμέλιο του ατομικού κόσμου. Η κατάρρευση των θρησκευτικών πεποιθήσεων ακολουθείται συχνά από κατάρρευση της προσωπικότητας, κάτι που ο Γιουνγκ παρατηρούσε συχνά στους ασθενείς του). Επίσης, θεωρούσε παραφορτωμένη τη θεωρία του Φρόιντ για τη σεξουαλικότητα, κάτι που φαίνεται ιδιαίτερα σε μια αχρονολόγητη και αδημοσίευτη σημείωσή του για τον Άλφρεντ Άντλερ, που είχε επίσης διατελέσει μέλος του κύκλου του Φρόιντ αλλά ίδρυσε εντέλει τη δική του σχολή ατομικής ψυχολογίας. Σε αυτή τη σημείωση φαίνεται να εκτιμά τον Άντλερ, για το γεγονός ότι έφερε στην επιφάνεια το θεμελιακό γεγονός της ανάγκης του ατόμου για σπουδαιότητα, η οποία ερμηνεύει σημαντικές όψεις της νεύρωσης, μη ερμηνεύσιμες από τη σεξουαλικότητα.

Επισύναψη απόψεων Freud και Jung - Ομοιότητες και διαφορές

Σίγκμουντ Φρόιντ (1856-1939)

Ο Σίγκμουντ Φρόιντ ήταν σε μεγάλο βαθμό κατά της θρησκείας και την αποκάλεσε «συλλογική νεύρωση» δηλώνοντας ότι πρέπει να καταργηθεί από τη σύγχρονη κοινωνία.

Παραδέχθηκε ότι μας εξυπηρετούσε στο παρελθόν όταν ζούσαμε σε «πρωτόγονες ορδές», πρωτόγονες ομάδες ανθρώπων που ζούσαν σε φυλές, αλλά δήλωσε ότι εμείς ως είδος έχουμε ξεπεράσει την ανάγκη μας για παράλογη θρησκευτική συμπεριφορά.

Ομοιότητες μεταξύ των απόψεων του Carl Jung και του Φρόιντ

  • Τόσο ο Carl Jung όσο και ο Freud πίστευαν στο ασυνείδητο και τον σημαντικό ρόλο του στη συμπεριφορά μας και στην εξήγηση του νοήματος των ονείρων μας.
  • Ο Φρόιντ και ο Τζουνγκ πίστευαν ότι η θρησκεία ήταν θετικό πράγμα για την κοινωνία μας κάποια στιγμή, αλλά ο Φρόιντ ισχυρίστηκε ότι ήταν ευεργετικό μόνο μέχρι το σημείο όπου εξελιχθήκαμε από τις αρχέγονες, βασικές κοινωνίες μας.
  • Τόσο ο Carl Jung όσο και ο Freud βάσισαν τις θεωρίες τους για τη θρησκεία γύρω από την ιδέα ότι έχουμε διαφορετικά τμήματα της ψυχής μας και ότι όλοι έχουμε πιο πρωτόγονα ένστικτα (id) και επίσης υψηλότερες ικανότητες (εγώ, superego).
  • Και οι δύο πίστευαν ότι η θρησκεία έχει χρησιμοποιηθεί για να βοηθήσει τους ανθρώπους να αντιμετωπίσουν ορισμένα ζητήματα.

Διαφορές μεταξύ των απόψεων του Jung και του Freud

  • Ο Jung πίστευε ότι η θρησκεία ήταν στην πραγματικότητα πολύ επωφελής για την κοινωνία και θα έπρεπε να παραμείνει για πάντα, σε αντίθεση με τον Φρόιντ που ήταν εντελώς αντίθετος με τη θρησκεία, αποκαλώντας τη θρησκευτική συμπεριφορά «συλλογική νεύρωση» και δηλώνοντας ότι πρέπει να είναι παρωχημένη.
  • Ο Jung πίστευε ότι η θρησκεία ήταν μια φυσική έκφραση του συλλογικού ασυνείδητου ενώ ο Φρόιντ πίστευε ότι ήταν μια συλλογική νεύρωση.
  • Ο Jung πίστευε ότι η θρησκευτικότητα ήταν ένας τρόπος να βοηθήσουμε τη διαδικασία της αδιαίρετης: την εξερεύνηση του εαυτού μας και την τελική αποδοχή του ποιοι είμαστε.
  • Ο Jung εφηύρε την ιδέα και πίστεψε σε αρχέτυπα, διανοητικές εγκαταστάσεις που «δημιουργούν» εικόνες ορισμένων πραγμάτων. Νόμιζε ότι γεννιόμαστε με ένα «αρχέτυπο» του Θεού, μια εικόνα που όλοι έχουμε προδιάθεση να έχουμε. Παρέχει αποδείξεις για αυτό αναφερόμενος στο γεγονός ότι αν και υπάρχουν χιλιάδες θρησκείες, όλες μοιράζονται κοινές βασικές ιδέες: ισχυρές αλάνθαστες φιγούρες, κανόνες κλπ. Αυτό υποδηλώνει ότι είτε γεννιόμαστε με, είτε παίρνουμε γρήγορα από άλλους, εικόνες ή αρχέτυπα (σημείωση: αυτό είναι και ουσιαστικό και ρήμα) αυτών των πραγμάτων.
  • Ο Jung πίστευε στο Θεό, λέγοντας “Δεν πιστεύω, ξέρω [ότι υπάρχει]” ενώ ο Φρόιντ πίστευε ότι η πίστη στο Θεό είναι γελοία.
  • Ο Jung χώρισε την ψυχή με διαφορετικό τρόπο από τον Φρόιντ, δηλώνοντας ότι έχουμε μια αρσενική και μια θηλυκή πλευρά (anima) της ψυχής. Ο Φρόιντ πίστευε στην ταυτότητα, τον εγωισμό, το υπερεγώ.

Ποια ήταν η σχέση μεταξύ του Φρόιντ και του Γιούνγκ;

Ο Jung συνάντησε για πρώτη φορά τον Φρόιντ αφού του έστειλε ένα από τα έργα του. Οι δύο ψυχολόγοι τα βρήκαν μεταξύ τους και ο Φρόιντ και ο Γιούνγκ απόλαυσαν μια πνευματική φιλία. Προφανώς, η πρώτη συζήτηση που είχαν ο Φρόιντ και ο Γιούνγκ μαζί κράτησε για 13 ολόκληρες ώρες!

Ο Jung θυμάται την πρώτη του συνάντηση με τον Freud και δηλώνει ότι τον βρήκε έναν «εξαιρετικά έξυπνο, πονηρό και εντελώς αξιοσημείωτο». Ο Φρόιντ έβλεπε τον νεότερο Γιούνγκ ως κληρονόμο των θεωριών του.

Καθώς ο Φρόιντ και ο Γιούνγκ σκεφτόταν τις θεωρίες τους, ο Γιούνγκ ξεκίνησε από τον Φρόιντ, αναπτύσσοντας τις δικές του ιδέες για την ψυχή και τις αιτίες των συμπεριφορών μας.

Στο τέλος φυσικά, η απόρριψη από τον Jung των απόψεων που είχε ο Φρόιντ σε όλη του τη ζωή οδήγησε στη διάλυση της φιλίας τους. Ο Γιούνγκ δήλωσε στον Φρόιντ ότι “… η τεχνική σας να αντιμετωπίζετε τους μαθητές σας σαν ασθενείς είναι μια γκάφα. Με αυτόν τον τρόπο παράγετε είτε δουλικούς γιους είτε αυθάδη κουτάβια… Είμαι αρκετά αντικειμενικός για να δω μέσα από το μικρό σας τέχνασμα» (McGuire, 1974).

Βασικές έννοιες

Ασυνείδητο

Οι απόψεις του Γιουνγκ για το ασυνείδητο διαμορφώθηκαν βάσει των νέων αναζητήσεών που προέκυψαν από τη ρήξη του με τον Σίγκμουντ Φρόιντ. Αναζήτησε μια έγκυρη ψυχολογική βάση τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους ασθενείς του. Πειραματίστηκε με τον εαυτό του και σταμάτησε να διδάσκει, προσπαθώντας να κατανοήσει τις φαντασιώσεις και άλλα ατομικά του περιεχόμενα. Το πείραμά του τελείωσε μετά από 6 χρόνια. Τις εσωτερικές του εμπειρίες τις μετέφερε στο Κόκκινο Βιβλίο, έναν τόμο δεμένο με κόκκινο δέρμα και πλούσια εικονογράφηση σε τεχνοτροπία Αρ Νουβώ (art nouveau). Ο ίδιος ποτέ δε θεώρησε τους πίνακές του ως τέχνη, αλλά ως εξωτερίκευση των βιωμάτων του.

Με τον όρο ασυνείδητο στην Αναλυτική ψυχολογία εννοείται η περιοχή του αγνώστου στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Ό,τι συνειδητοποιούμε και το έχουμε ξεχάσει, ό,τι συλλαμβάνουμε με τις αισθήσεις, αλλά δε σημειώνουμε στο συνειδητό νου, όσα νιώθουμε, σκεπτόμαστε, θυμόμαστε, επιθυμούμε και πράττουμε ακούσια ή δίχως ιδιαίτερη προσοχή, όλα τα μελλοντικά πράγματα που παίρνουν σχήμα και αναδύονται κάποτε στη συνείδηση, όλα αυτά αποτελούν περιεχόμενο του ασυνείδητου. Πέραν αυτών στο ασυνείδητο περιλαμβάνονται απωθημένες οδυνηρές σκέψεις και συναισθήματα. Ονόμασε το σύνολο αυτών των περιεχομένων ατομικό ασυνείδητο. Ωστόσο, αναγνώρισε ιδιότητες που δε βιώνει ο άνθρωπος ατομικά αλλά τις κληρονομεί από μια βαθύτερη και ευρύτερη επικράτεια την οποία ονόμασε συλλογικό ασυνείδητο. Τα ένστικτα και τα αρχέτυπα είναι εκείνα που διαμορφώνουν το συλλογικό ασυνείδητο και παρουσιάζουν μια κανονικότητα στην εμφάνισή τους.

Κανονικότητα στην εμφάνισή της για το ασυνείδητο του Γιουνγκ κατά τη διάρκεια των πειραματισμών του είχε η μορφή ενός γέροντα, τον οποίο ο Γιουνγκ ονόμαζε Φιλήμονα, με τον οποίο είχε μακρές συζητήσεις. Ψυχολογικά ο Φιλήμων αντιπροσώπευε την ύψιστη ενόραση για τον Γιουνγκ και ήταν δύναμη per se, διακριτή από τα ατομικά περιεχόμενα του ασυνείδητου. Ανήκε σε εκείνες τις φαντασιώσεις που δεν προκαλούσε το ατομικό ασυνείδητο αλλά παράγονταν από μόνα τους και είχαν τη δική τους ζωή.

Animus και Anima

Η anima και ο animus είναι δύο σημαντικές αρχετυπικές μορφές στην αναλυτική ψυχολογία, τόσο για το ατομικό, όσο και για το συλλογικό ασυνείδητο. Από τη μία ανήκουν στην ατομική συνείδηση και από την άλλη έχουν τις ρίζες τους στο συλλογικό ασυνείδητο, σχηματίζοντας έτσι ένα συνδετικό κρίκο ή γέφυρα ανάμεσα στο προσωπικό και το απρόσωπο, το συνειδητό και το ασυνείδητο. Καθώς η μία είναι θηλυκή και η άλλη αρσενική, ο Κ. Γκ. Γιουνγκ τις ονόμασε άνιμα και άνιμους αντίστοιχα. Κατανοεί αυτές τις μορφές ως λειτουργικά συμπλέγματα που συμπεριφέρονται με τρόπο αντισταθμιστικό, όσον αφορά την εξωτερική προσωπικότητα. Συμπεριφέρονται ως εσωτερικές προσωπικότητες και παρουσιάζουν χαρακτηριστικά πού λείπουν από την εκδηλωμένη, συνειδητή προσωπικότητα Στον άνδρα αυτά τα χαρακτηριστικά είναι θηλυκά και στη γυναίκα αρσενικά. Κανονικά και τα δύο είναι πάντα παρόντα μέχρι ενός σημείου, αλλά δε βρίσκουν θέση στις εξωστρεφείς λειτουργίες του ατόμου, επειδή παρενοχλούν την προσαρμογή τον προς τον εξωτερικό κόσμο, αλλοιώνοντας την εγκαθιδρυμένη ιδανική εικόνα του εαυτού του, την αποκαλούμενη persona.

Όμως, ο χαρακτήρας αυτών των μορφών δεν προσδιορίζεται μόνο από τα λανθάνοντα χαρακτηριστικά του φύλου που αντιπροσωπεύουν καθορίζεται από την εμπειρία που έχει αποκτήσει κάθε άτομο στη ζωή του ή τη ζωή της, με εκπρόσωπους του άλλου φύλου, καθώς και από τη συλλογική εικόνα της γυναίκας που υπάρχει στην ψυχή τον ατομικού άνδρα και τη συλλογική εικόνα τον άνδρα που υπάρχει στη γυναίκα. Αυτοί οι τρεις παράγοντες συνδυάζονται για να σχηματίσουν κάτι που δεν είναι ούτε αποκλειστικά εμπειρία, ούτε αποκλειστικά εικόνα. Ουσιαστικά είναι μία οντότητα που δε συντάσσεται οργανικά όσον αφορά τη δραστηριότητά της με τις άλλες ψυχικές λειτουργίες. Συμπεριφέρεται ως νόμος αυτός καθαυτός, που επεμβαίνει στη ζωή του ατόμου σαν ξένο στοιχείο. Άλλοτε αυτή η επέμβαση είναι βοηθητική, άλλοτε ενοχλητική, αν όχι καταστροφική. Μιλώντας για τον άνιμους και την άνιμα, ο αναλυτης ασχολείται όχι μόνο με μία αφηρημένη, αμετάβλητη ενότητα, αλλά και με μία πνευματική διεργασία, σημαντική στη διαδικασία της ανάλυσης.

 

 

Σεξουαλικότητα

Η Σκιά

Ένα άλλο σημαντικό τόσο για το ατομικό όσο και για το συλλογικό ασυνείδητο αρχέτυπο είναι η Σκιά. Στους πρωτόγονους λαούς κάνει την εμφάνισή της μέσα από πολλές προσωποποιήσεις. Είναι ουσιαστικά τμήμα του ατόμου, αποχωρισμένο τμήμα της ύπαρξής του, που ωστόσο παραμένει δεμένο πάνω του σαν «σκιά». Συνεπώς, είναι λογικό για τον πρωτόγονο να θεωρείται «κακός οιωνός» όταν κάποιος πατάει τη σκιά του. Το πρόβλημα που δημιουργείται μπορεί να διορθωθεί μόνο με μια σειρά μαγικών τελετών. Η μορφή της σκιάς αποτελεί συχνό θέμα και στην τέχνη. Γιατί κατά τη δημιουργική δραστηριότητά του και την επιλογή θεμάτων ο καλλιτέχνης αντλεί κυρίως από τα βάθη τον ασυνείδητού του. Με τις δημιουργίες του εξάπτει το ασυνείδητο του κοινού και αυτό είναι πιθανώς το μεγαλύτερο μυστικό της αποτελεσματικότητάς των καλλιτεχνών. Οι εικόνες και μορφές του ασυνείδητου αναδύονται μέσα του και μεταφέρουν το πανίσχυρο μήνυμά τους σε άλλους, παρόλο που εκείνοι δεν μπορούν να αναγνωρίζουν την πηγή της «έκστασης» τους. Ο Φρανκενστάιν της Μαίρης Σέλεϊ, ο Δρ. Τζέκιλ και ο κύριος Χάιντ του Στίβενσον, ή ο Μεφιστοφελής ο σκοτεινός χαρακτήρας του Φάουστ, είναι διακριτά παραδείγματα της καλλιτεχνικής έκφρασης του θέματος της σκιάς.

 

 

Οι τέσσερις λειτουργίες και τύποι

Με τον όρο ψυχική λειτουργία στην αναλυτική ψυχολογία εννοείται «μια ορισμένη μορφή ψυχικής δραστηριότητας που παραμένει θεωρητικά η ίδια κάτω από διαφορετικές συνθήκες» και είναι εντελώς ανεξάρτητη από το στιγμιαίο περιεχόμενό της». Από αυτή την άποψη το ουσιαστικό δεν είναι, για παράδειγμα, τι σκέπτεται κανείς, αλλά το γεγονός ότι χρησιμοποιεί τις διανοητικές λειτουργίες του μάλλον παρά τη διαίσθηση, για την κατανόηση και την ανάπτυξη των περιεχομένων που του παρουσιάζονται είτε εξωτερικά είτε εσωτερικά. Ο Γιουνγκ ασχολείται κυρίως με ένα τρόπο κατανόησης και αφομοίωσης των ψυχικών στοιχείων, άσχετα από τo περιεχόμενό τους. Έτσι η σκέψη είναι η λειτουργία, μέσω της οποίας προσπαθεί κανείς να κατανοήσει τον κόσμο και να προσαρμοστεί χρησιμοποιώντας σκέψεις ή γνωστικές διαδικασίες, δηλαδή λογικά συμπεράσματα. Μέσω της λειτουργίας του συναισθήματος αντιλαμβάνεται το άτομο τον κόσμο με μια εκτίμηση που βασίζεται σε συναισθήματα «ευχάριστης ή δυσάρεστης αποδοχής ή απόρριψης». Οι δύο αυτές λειτουργίες ονομάζονται λογικές, γιατί και οι δύο επεξεργάζονται εκτιμήσεις και κρίσεις. Η σκέψη αξιολογεί μέσω γνωστικών διαδικασιών σε «σωστό-λάθος», ενώ τα συναισθήματα σε «ευχάριστο-δυσάρεστο». Καθοριστικοί παράγοντες της συμπεριφοράς, αυτές οι δύο βασικές στάσεις είναι αμοιβαία αποκλειστικές σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή. Τούτο ση¬μαίνει ότι επικρατεί είτε η μια είτε η άλλη. 

Ο Γιουνγκ ονομάζει τις δύο άλλες λειτουργίες, την αίσθηση και τη διαίσθηση, μη λογικές λειτουργίες, γιατί παρακάμπτουν τον λόγο και δε λειτουργούν με κρίσεις, αλλά με απλές αντιλήψεις που δεν αξιολογούνται, ούτε ερμηνεύονται. Η αίσθηση αντιλαμβάνεται τα πράγματα όπως είναι και όχι διαφορετικά, όντας η αίσθηση της πραγματικότητας. Η διαίσθηση «αντιλαμβάνεται» επίσης, αλλά λιγότερο με το συνειδητό μηχανισμό των αισθήσεων. Ουσιαστικά, λειτουργεί μέσω της ικανότητας για μία ασυνείδητη «εσωτερική αντίληψη» των έμφυτων δυνατοτήτων των πραγμάτων. Ο αισθαντικός τύπος παρατηρεί όλες τις λεπτομέρειες ενός γεγονότος, αλλά αδιαφορεί για τα συμφραζόμενά του (context). Ο διαισθητικός τύπος, από την άλλη, δίνει λίγη προσοχή στις λεπτομέρειες, αλλά δε δυσκολεύεται να διακρίνει το εσωτερικό νόημα του γεγονότος, τις πιθανές επιπτώσεις και επιδράσεις του. Oι δύο αυτές λειτουργίες για τον Γιουνγκ είναι εξίσου αντιθετικές και αμοιβαία αποκλειστικές όσο οι πρώτες δύο, δηλαδή η σκέψη και το συναίσθημα. Δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσουν ταυτόχρονα.

Τούτη η αμοιβαία αποκλειστικότητα συνδέεται με τα γεγονότα, δηλαδή την παρατήρηση και από αυτή την άποψη ο Γιουνγκ φαίνεται εμπειριστής, καθώς η θεωρία του είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένης εμπειρίας. Αυτό γίνεται καθαρό στην εξέταση για παράδειγμα, των δύο βασικών λειτουργιών της σκέψης και του συναισθήματος. Είναι και οι δύο «αξιολογικές». Δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ταυτόχρονα, γιατί είναι αδύνατον να εφαρμόσει κάποιος ταυτόχρονα δυο συστήματα μέτρησης στο ίδιο πράγμα.

Εξωστρέφεια – εσωστρέφεια

Ο λειτουργικός τύπος, στον οποίο ανήκει ένα άτομο, αποτελεί ένδειξη του ψυχολογικού χαρακτήρα του, αλλά αυτό από μόνο του δεν αρκεί. Επιπλέον, χρειάζεται καθορισμός της γενικής στάσης του, δηλαδή του τρόπου με τον οποίο ενεργεί προς την εξωτερική και την εσωτερική εμπειρία. Ο Γιουνγκ διακρίνει δύο τέτοιες στάσεις, την εξωστρέφεια και την εσωστρέφεια, που επηρεάζουν το σύνολο των ψυχικών διαδικασιών. Ο ένας ή ο άλλος από αυτούς τους προσανατολισμούς είναι η διάθεση αντίδρασης που καθορίζει τον τρόπο που ανταποκρινόμαστε στα αντικείμενα του εξωτερικού κι εσωτερικού κόσμου, τη φύση της υποκειμενικής εμπειρίας μας, ακόμη και την αντισταθμιστική δράση του ασυνείδητού μας. Ο Γιουνγκ αποκαλεί αυτή τη διάθεση «κεντρικό πίνακα ελέγχου, από τον οποίο ρυθμίζεται αφενός η εξωτερική συμπεριφορά και διαμορφώνονται αφετέρου συγκεκριμένες εμπειρίες».

Η εξωστρέφεια χαρακτηρίζεται από μια θετική σχέση με το αντικείμενο και η εσωστρέφεια από μια αρνητική. Όσον αφορά στον τρόπο προσαρμογής και αντίδρασης, ο εξωστρεφής προσανατολίζεται κυρίως από τους εξωτερικούς, συλλογικούς κανόνες,το πνεύμα της εποχής του, κ.λπ. Η στάση του εσωστρεφούς καθορίζεται κυρίως από υποκειμενικούς παράγοντες και συχνά προσαρμόζεται ελάχιστα στο περιβάλλον του. Ο εξωστρεφής «σκέπτεται, αισθάνεται και ενεργεί σε σχέση με το αντικείμενο». Μετατοπίζει το ενδιαφέρον του από το υποκείμενο στο αντικείμενο και προσανατολίζεται κυρίως από τον κόσμο που βρίσκεται έξω από τον εαυτό του. Για τον εσωστρεφή το υποκείμενο είναι βάση προσανατολισμού, ενώ το αντικείμενο παίζει συνήθως δευτερεύοντα και έμμεσο ρόλο. Η πρώτη κίνησή του, σε κάθε κατάσταση που αντιμετωπίζει, είναι να στρέφεται προς τα μέσα και μόνο τότε εμφανίζεται και αναπτύσσεται βαθμιαία η πραγματική αντίδρασή του.

Αγάπη έρωτας σχέσεις

Αρχέτυπο

Για την αναλυτική ψυχολογία τα αρχέτυπα είναι υπερατομικές προδιαθέσεις του συλλογικού ασυνείδητου. Μυθολογικάθέματα, σύμβολα ριζωμένα στην παγκόσμια ιστορία της ανθρωπότητας ή ψυχικές αντιδράσεις εξαιρετικής σφοδρότητας υποδεικνύουν τη συμμετοχή βαθύτερων ψυχικών στρωμάτων και εκδηλώνονται συνήθως στο υλικό που παρέχουν τα όνειρα, οι φαντασιώσεις και τα οράματα, υπερβαίνοντας την προσωπική σφαίρα και εμπλέκοντας τα περιεχόμενα του συλλογικού ασυνείδητου. Αυτά τα κεντρικά θέματα και σύμβολα ασκούν σύμφωνα με την άποψη του Κ. Γκ. Γιουνγκ καθοριστική επιρροή στην ψυχική ζωή ως σύνολο, ελέγχοντας τον ανθρώπινο κύκλο ζωής. Καθώς ωριμάζουμε ως υπάρξεις τα αρχέτυπα ξεδιπλώνονται μέσω μιας προγραμματισμένης ακολουθίας, την οποία ο Γιουνγκ αποκάλεσε στάδια της ζωής. Κάθε στάδιο της ζωής εκπροσωπείται από ένα νέο σύνολο αρχετυπικών εικόνων που αναζητούν την εκπλήρωσή τους στη δράση. Στα στάδια περιλαμβάνεται η παιδική ηλικία, η ερωτοτροπία, ο γάμος, όπως και η προετοιμασία για το θάνατο[8].

Τα αρχέτυπα διαθέτουν κυρίαρχο λειτουργικό χαρακτήρα και μια χαμηλή ενεργειακή φόρτιση. Για αυτό ο Γιουνγκ μίλησε αρχικά για «αρχέγονες εικόνες» ή «κυρίαρχους παράγοντες του συλλογικού ασυνείδητου». Αργότερα σε αυτές τις αρχέγονες εικόνες έδωσε την ονομασία Αρχέτυπα. Ουσιαστικά άντλησε τον όρο από το Corpus Hermeticum (και από τo δεύτερο κεφάλαιο 2, παράγρ. 6, του De Divίnis nomίnibus του Ψευδο-Διονύσιου. Βέβαια η προέλευση της έννοιας αρχέτυπο φθάνει χρονολογικά πίσω ως τον Πλάτωνα. Ο ίδιος ο Γιουνγκ σύγκρινε τα αρχέτυπα με τις πλατωνικές ιδέες. Οι ιδέες του Πλάτωνα ήταν καθαρές διανοητικές μορφές αδημιουργημένες και αιώνιες, που αποτυπώνονταν στην ψυχή πριν να γεννηθεί στον κόσμο. Ήταν συλλογικές υπό την έννοια ότι ενσωμάτωσαν τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά ενός πράγματος, παρά τις συγκεκριμένες ιδιαιτερότητές του.

Από το 1946, ο Γιουνγκ έκανε διάκριση μεταξύ του «αρχέτυπου αφεαυτού», δηλαδή του μη αντιληπτού αρχέτυπου που είναι δυνητικά παρόν σε κάθε ψυχική δομή και του εκδηλωμένου αρχέτυπου που γίνεται αντιληπτό και εισέρχεται στο πεδίο της συνείδησης. Τούτο το εκδηλωμένο αρχέτυπο εμφανίζεται ως αρχετυπική εικόνα και η μορφή του μπορεί να αλλάζει διαρκώς, ανάλογα με την ομάδα συνειρμών στην οποία εμφανίζεται. Φυσικά, υπάρχουν αρχέτυποι τρόποι δράσης-αντίδρασης και αρχέτυπες διαδικασίες, όπως η ανάπτυξη του εγώ ή το πέρασμα από τη μία ηλικία στην άλλη. Υφίστανται αρχέτυπες στάσεις, ιδέες, τρόποι αφομοίωσης της εμπειρίας, που αν ενεργοποιηθούν κάτω από ορισμένες συνθήκες, αναδύονται από την ασυνείδητη μέχρι τώρα κατάστασή τους και γίνονται κατά κάποιο τρόπο ορατές.

Όνειρα

Κατά την άποψη του Γιουνγκ τα όνειρα είναι η άμεση, φυσική έκφραση του διανοητικού κόσμου του ονειρευόμενου. Ο Γιουνγκ ουσιαστικά απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του Φρόιντ ότι τα όνειρα μεταμφιέζουν σκόπιμα τις έννοιές τους, θεωρούσε ότι η φύση των ονείρων είναι να παρουσιάζουν «αυθόρμητα, με συμβολική μορφή, την πραγματική κατάσταση του ασυνείδητου»). Ο Γιουνγκ υποστήριξε ότι τα όνειρα μιλούν τη συμβολική γλώσσα των εικόνων και των μεταφορών, μια γλώσσα που συνιστά φυσική έκφραση του ασυνείδητου. Έχουμε το πρόβλημα κατανόησης των ονείρων μόνο και μόνο γιατι τα ονειρικά λεκτικά σχήματα είναι τόσο διαφορετικά από αυτά που χρησιμοποιούμε στην αφυπνισμένη μας κατάσταση. 

Τα όνειρα είναι δυνατόν να απεικονίζουν μερικές φορές τη σχέση του ονειρευόμενου με τον εξωτερικό κόσμο, με τους ανθρώπους, τα γεγονότα και τις καθημερινές του δραστηριότητες, διαμορφώνοντας το κατά Γιουνγκ αντικειμενικό επίπεδο της έννοιας ενός ονείρου. Σε άλλες περιπτώσεις, τα όνειρα απεικονίζουν τον εσωτερικό κόσμο του ονειρευόμενου. Οι ονειρικές μορφές είναι προσωποποιήσεις των σκέψεων και των συναισθημάτων μέσα στην ψυχή του ονειρευόμενου, δηλαδή το κατά Γιουνγκ υποκειμενικό επίπεδο της έννοιας ενός ονείρου. Η επί της ουσίας διαφορά του με τον δάσκαλό του ήταν πως κατά τον Γιουνγκ ο Φρόιντ αναγνώριζε μόνο το αντικειμενικό επίπεδο της ερμηνείας του ονείρου, ενώ εκείνος θεωρούσε πως η αληθινή φύση των ονείρων είναι η απεικόνιση και των δύο αυτών επιπέδων της ζωής του ονειρευόμενου.

Μαντάλα

Σημαντικό εργαλείο στις θεραπευτικές μεθόδους της αναλυτικής ψυχολογίας φαίνεται πως παίζει η μαντάλα στις πολλαπλές μορφές με τις οποίες μπορεί να εισαχθεί στη διαδικασία της ανάλυσης.

Ο Γιουνγκ εξέτασε ενδελεχώς τη λειτουργικότητα του συμβόλου της mandala και περιγράφει πολυάριθμα παραδείγματα από διάφορα μέρη του κόσμου. Η σανσκριτικήλέξη mandala, που σημαίνει «κύκλος» προσδιορίζεται ως ινδουιστικός όρος για τον κύκλο που χαράσσεται σε διάφορα θρησκευτικά τελετουργικά. Η λειτουργία της mandala περιγράφεται ως εστίαση του ψυχικού πεδίου ή ως ενίσχυση και ενδυνάμωση της συγκέντρωσης. Ο στόχος ενός γιόγκι όταν αφιερώνεται στη μελέτη των συμβόλων που απεικονίζονται στη mandala είναι η εσωτερική γνώση της θεότητας. Μέσω της ενατένισης, ο ασκούμενος επιστρέφει από την παραίσθηση της μεμονωμένης ύπαρξης στην καθολική έννοια του θείου. 

Το βασικό ψυχολογικό μοτίβο της μαντάλα είναι το κέντρο της προσωπικότητας, με το οποίο όλα συσχετίζονται, σύμφωνα με το οποίο όλα διευθετούνται και το οποίο αφεαυτού είναι ένα ενεργειακό εστιακό σημείο. Η ενέργεια του κεντρικού σημείου αποκαλύπτεται στην παρόρμηση της ένωσης με τον Εαυτό. Ο εαυτός περιβάλλεται στην μαντάλα από μια περιοχή που περιέχει ταξινομημένα ζεύγη αντιθέτων, τα οποία συγκροτούν την προσωπικότητα. Στο σύνολό της η μαντάλα περιέχει τη συνείδηση, το ατομικό ασυνείδητο και εκείνη την μεγάλη περιοχή του συλλογικού ασυνείδητου στην οποία εμπεριέχονται αρχέτυπα κοινά για όλη την ανθρωπότητα. Μερικά από αυτά τα αρχέτυπα ενεργούν στο πλαίσιο της προσωπικότητας και μπορούν να αποκτήσουν διακριτό χαρακτήρα, όπως η anima και ο animus ή η σκιά. Βέβαια το επίκεντρο του ενδιαφέροντος του Κ. Γκ. Γιουνγκ δεν ήταν τα θρησκευτικά συμφραζόμενα αυτών των κυκλικών εικόνων, αλλά οι εικόνες που παράγονταν αυθόρμητα από τους ασθενείς κατά τη διάρκεια της ανάλυσης. Η παραγωγή μιας μαντάλα στο θεραπευτικό της εννοιολογικό πλαίσιο γίνεται αισθητή ως αναταραχή, που οδηγεί σε μια επαναρρύθμιση της προσωπικότητας προς ένα νέο κέντρο. Αρκετοί από τους ασθενείς του Γιουνγκ φαίνεται πως εκτίμησαν ιδιαίτερα τα κατευναστικά αποτελέσματα αυτών των εικόνων, οι οποίες υπογραμμίζουν την πληρότητα, την τάξη και την ισορροπία.

Εξατομίκευση

Τα διαγνωστικά εργαλεία, όπως και η ενδεχόμενη ψυχοθεραπεία έχουν ως τελικό στόχο τους στην αναλυτική ψυχολογία τη διαδικασία της εξατομίκευσης. O Γιουνγκ (1977) επισημαίνει ότι η κοινωνία προετοιμάζει τη νεολαία της για το πρώτο μισό της ζωής από την άποψη της κατάλληλης εκπαίδευσης, αλλά δεν προσφέρει τίποτα στον μεσήλικα που θα τον προετοιμάσει για το δεύτερο μισό της ζωής (σημειώνει ότι μια βασική εξαίρεση είναι η θρησκεία για εκείνους που τη δέχονται). Αποκαλεί το πρώτο μισό της ζωής φυσική φάση και το δεύτερο πολιτιστική φάση. 

Η μετάβαση μεταξύ αυτών των δύο φάσεων είναι δύσκολη για τους περισσότερους ανθρώπους, και τα προβλήματα εμφανίζονται συχνά κατά τη διάρκεια αυτής της «επικίνδυνης ηλικίας». «Αυτό που αναζητά ο νέος έξω, ο μεσήλικας οφείλει να το ανακαλύψει μέσα του». Οι στόχοι του πρώτου μισού της ζωής εξωτερικά έχουν να κάνουν κατά ένα μεγάλο μέρος με την καθιέρωση μιας οικογένειας και τη σταδιοδρομία. Οι στόχοι του δεύτερου μισού της ζωής είναι εσωτερικοί και θα έπρεπε να σχετίζονται κυρίως με την αναζήτηση νοήματος στη ζωή μας και το θάνατό μας.

Ο Γιουνγκ αποκαλεί τον κύριο στόχο που αντιμετωπίζουμε κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού της ζωής μας διαδικασία εξατομίκευσης, μια συνεχόμενη διαδικασία ψυχολογικής ωρίμανσης. Η εξατομίκευση του Γιουνγκ είναι στην πραγματικότητα όμοια, αν όχι ταυτόσημη, με την πραγμάτωση του εαυτού του Μάσλοου.

Ψυχανάλυση και ψυχοθεραπεία

Βάσει της εμπειρίας που απέκτησε κατά τη διάρκεια της συνάντησής του με το ασυνείδητο, ο Γιουνγκ ανέπτυξε τη δική του ψυχαναλυτική πρακτική, την τεχνική της ενεργητικής φαντασίας. Ουσιαστικά η διαδικασία της συνειδητοποίησης των εικόνων είναι το γενικό αποτέλεσμα της ερμηνείας των ονείρων, αλλά μπορεί να αγγίξει βαθύτερες όψεις του εαυτού, μέσω της ενεργητικής φαντασίας. νΗ μέθοδος απαιτεί συνειδητή εμβάθυνση στο ασυνείδητο, παρατήρηση, απεικόνιση και στοχασμό επί των περιεχομένων του. Τα περιεχόμενα ζωγραφίζονται μορφοποιούνται ενίοτε χορεύονται, δραματοποιούνται ή καταγράφονται σε μια φανταστική σειρά, ως δράση ή διάλογος με εσωτερικές μορφές.

Η ενεργητική φαντασία ξεκινά τη θεραπεία μιας νεύρωσης χτίζοντας γέφυρες ανάμεσα στη συνείδηση και τα περιεχόμενα του ασυνείδητου. Οι εικόνες του ασυνείδητου είναι αυτοαπεικονίσεις διαδικασιών της ψυχικής ζωής, που μπορούν να απελευθερωθούν από την παράλυση και την παθητικότητα μέσω του δημιουργικού οραματισμού. Όλα τα παραπάνω βέβαια απαιτούν μια εξατομικευμένη μεταχείριση για κάθε διαφορετικό ασθενή. Φαίνεται πως ο Γιουνγκ δεν πίστευε σε γενικές μεθόδους θεραπείας, καθώς θεωρούσε ότι για κάθε άτομο αποδίδει μόνον η ατομική κατανόηση.

Η θεωρία του Γιουνγκ για τη νεύρωση είναι βασισμένη σε μια αυτορυθμιζόμενη ψυχή. Μια νεύρωση αποτελείται κυρίως από συγκρούσεις μεταξύ των συνειδητών και ασυνείδητων τμημάτων της ψυχής. Εδώ είναι το ασυνείδητο που παράγει παράγει μια ανεκτίμητη εποικοδομητική καθοδήγηση. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί το ασυνείδητο είναι ένας καθολικός συμβολισμός, συχνά μυθολογικής φύσης. Ο καθοδηγητικός ρόλος ηγεσίας των ασυνείδητων λειτουργιών, όπως τα όνειρα και τα οράματα, σχετίζεται με την ανακάλυψη του δρόμου, μέσω του οποίου πρέπει να αναπτυχθεί το άτομο και όχι με αυθαίρετες υποθέσεις ή μεθόδους. Η ικανότητα της ορθής ανάγνωσης αυτών των συμβολικών εκπορεύσεων του ασυνείδητου απαιτεί, εκτός από τη γνώση των μυθολογικών μοτίβων, μια κατανόηση της διφορούμενης φύσης των συμβόλων και τη δυνατότητα να ερμηνευθούν ως αντισταθμιστικοί παράγοντες του εγώ. Ο Γιουνγκ ενθάρρυνε την ενεργητική φαντασία σε αυτή τη διαδικασία.

Ο Γιουνγκ βρήκε την προσέγγισή ιδιαίτερα κατάλληλη για τους ανθρώπους που ρυθμίζουν τη ζωή τους με κοινωνικά πρότυπα, αλλά οι οποίοι εντούτοις έχουν σοβαρά προβλήματα με ό,τι αφορά στο νόημα της ζωής τους. «Είδα συχνά τους ανθρώπους να γίνονται νευρωτικοί, όταν ικανοποιούνται με ανεπαρκείς ή λανθασμένες απαντήσεις στα ζητήματα της ζωής. Η πλειοψηφία των ασθενών μου δεν ήταν οι οπαδοί κάποιας θρησκείας, αλλά εκείνοι που είχαν χάσει την πίστη τους».

Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι τυφλός στο γεγονός ότι, παρόλες τις ορθολογιστικές ικανότητες και την αποδοτικότητά του, κατέχεται από «δυνάμεις» που είναι πέρα από τον έλεγχό του. Οι θεοί και οι δαίμονές του δεν έχουν εξαφανιστεί καθόλου, απλά έχουν πάρει μόνο το νέο όνομα. Τον κρατούν διαρκώς σε εγρήγορση με την ανησυχία, ψυχολογικές περιπλοκές, μια ακόρεστη ανάγκη για χάπια, οινόπνευμα, καπνό, τροφή –και, προ πάντων, μια μεγάλη σειρά νευρώσεων.

Μια σημαντική πτυχή της θεωρίας του Γιουνγκ για τη νεύρωση είναι πώς μπορούν να ποικίλουν τα συμπτώματα από ψυχολογικό τύπο σε έναν άλλον. Η ιεραρχία των διακριτών ψυχολογικών λειτουργιών δίνει σε κάθε άτομο μια κυρίαρχη αίσθηση, διαίσθηση, συναίσθημα ή διανοητική λειτουργία είτε με εξωστρεφή είτε εσωστρεφή τοποθέτηση. Η κυρίαρχη λειτουργία βρίσκεται υπό έλεγχο του εγώ. Αλλά η κατώτερη λειτουργία παραμένει πύλη ασυνείδητων περιεχομένων. Κάτι τέτοιο προκαλεί χαρακτηριστικές εκδηλώσεις κατώτερης συμπεριφοράς, όταν η υπερβολή της μίας από τις τέσσερις λειτουργίες συνοδεύει τη νεύρωση. Ο Γιουνγκ διαπίστωσε ότι το ασυνείδητο εκφράζεται πρώτιστα μέσω της κατώτερης ψυχολογικής λειτουργίας ενός ατόμου, είτε αυτή είναι η σκέψη, η αίσθηση ή η διαίσθηση. 

Σε ό,τι αφορά στη συλλογική νεύρωση, ο Γιουνγκ την εξετάζει αναλυτικά σε σχέση κυρίως με την πολιτική, θεωρώντας πως ο κόσμος μας σε αυτό το επίπεδο διατηρεί τη διασπασμένη εικόνα ενός νευρωτικού.

Πηγές

Analytical Psychology 

Τζορτζ Χόγκενσον

 

Ο Τζορτζ Χόγκενσον είναι αναλυτής της Jungian σε ιδιωτικό ιατρείο στο Σικάγο. Απέκτησε το διδακτορικό στη φιλοσοφία από το Πανεπιστήμιο yale, μεταπτυχιακό στην κλινική κοινωνική εργασία από το Πανεπιστήμιο του Σικάγο και το Δίπλωμα Αναλυτικής Ψυχολογίας από το Ινστιτούτο C. G. Jung του Σικάγο. Είναι ο πρώην Πρόεδρος της Εταιρείας Αναλυτών Jungian του Σικάγο και πρώην Αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Αναλυτικής Ψυχολογίας. Έχει δημοσιεύσει ευρέως για την ιστορία και τη θεωρία της Αναλυτικής Ψυχολογίας, και διαλέξεις τακτικά στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη και την Ασία.

Βιβλιογραφία

  • Jacobi Jolande (2005) Βασικές αρχές της ψυχολογίας του C.G. Jung, Ιάμβλιχος, Αθήνα.
  • Jung C. G. (1965) Memories, dreams, reflections. Vintage, New York. (MDR)
  • Jung, C. G. (1968-1973) Collected Works of C. G. Jung, 2nd ed., Princeton University Press. (CW)
  • Jung, C. G. (1977). The Soul and Death. In Psychology and the Occult. CW 8 Princeton, NJ: Princeton University Press. πρώτη έκδοση 1934.
  • Jung, C. G. (1984), Psychology and Western Religion, N. Jersey: Bollingen Series.
  • Jung, C.G., et al. (1964). Man and his Symbols, New York, N.Y.: Anchor Books, Doubleday.
  • Maslow, A.H. (1968). Toward a psychology of being (2nd ed.). Van Nostrand Reinhold. New York.
  • Maslow, A.H. (1971). The farther reaches of human nature. Penguin. New York.
  • Scott, Walter (2001) Hermetica, Vols Ι-ΙV, Shamballa, London.
  • Stevens, A. – Papadopoulos, R. ed. (2006) The Handbook of Jungian Psychology, Routledge
  • Stone, Michael (1997) Healing the Mind: A History of Psychiatry from Antiquity to the Present, W.W. Norton, New York.